Εξάρθρημα γόνατος: Συμπτώματα, διάγνωση και αντιμετώπιση

Το εξάρθρημα γόνατος αποτελεί έναν σοβαρό τραυματισμό κατά τον οποίο διαταράσσεται η φυσιολογική σχέση μεταξύ του μηριαίου οστού και της κνήμης. Μπορεί να προκληθεί από τροχαίο ατύχημα, αθλητική κάκωση ή έντονη πτώση και συχνά συνοδεύεται από τραυματισμό πολλών συνδέσμων. Σε αντίθεση με μια συνηθισμένη κάκωση του γόνατος, το πραγματικό εξάρθρημα της άρθρωσης μπορεί να προκαλέσει βλάβη στα αγγεία ή στα νεύρα που βρίσκονται κοντά της. Για τον λόγο αυτό, η υποψία εξαρθρήματος γόνατος απαιτεί επείγουσα ιατρική εκτίμηση, ακόμη και αν η άρθρωση φαίνεται να έχει επανέλθει στη θέση της. Ποια είναι τα συμπτώματα, πώς πραγματοποιείται η διάγνωση και ποιες θεραπευτικές επιλογές υπάρχουν; Τι είναι το εξάρθρημα γόνατος; Το γόνατο αποτελείται κυρίως από την άρθρωση μεταξύ του μηριαίου οστού και της κνήμης. Η σταθερότητά του εξασφαλίζεται από συνδέσμους, μηνίσκους, τον αρθρικό θύλακο και τους γύρω μυς. Το εξάρθρημα συμβαίνει όταν οι αρθρικές επιφάνειες του μηριαίου και της κνήμης μετατοπίζονται από τη φυσιολογική τους θέση. Πρόκειται για σοβαρή κάκωση, η οποία συνήθως συνοδεύεται από σημαντική βλάβη των σταθεροποιητικών δομών. Ανάλογα με την κατεύθυνση της μετατόπισης, το εξάρθρημα μπορεί να είναι πρόσθιο, οπίσθιο, πλάγιο ή στροφικό. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η άρθρωση επανέρχεται αυτόματα στη θέση της πριν πραγματοποιηθεί η ιατρική εξέταση. Αυτό δεν αποκλείει σοβαρό τραυματισμό των συνδέσμων, των νεύρων ή των αγγείων. Εξάρθρημα γόνατος και εξάρθρημα επιγονατίδας: Ποια είναι η διαφορά; Οι δύο καταστάσεις συχνά συγχέονται, όμως δεν αποτελούν τον ίδιο τραυματισμό. Στο εξάρθρημα γόνατος μετατοπίζεται η κνημομηριαία άρθρωση, δηλαδή η σχέση ανάμεσα στο μηριαίο οστό και στην κνήμη. Αντίθετα, στο εξάρθρημα επιγονατίδας, η επιγονατίδα μετακινείται έξω από τη φυσιολογική της τροχιά στο πρόσθιο τμήμα του γόνατος, συνήθως προς τα έξω. Το εξάρθρημα επιγονατίδας είναι συχνότερο και μπορεί να αντιμετωπιστεί χωρίς χειρουργείο σε αρκετές περιπτώσεις. Χρειάζεται πάντως ιατρική αξιολόγηση, καθώς ενδέχεται να συνυπάρχουν βλάβες χόνδρου ή συνδέσμων. Το πραγματικό εξάρθρημα γόνατος θεωρείται επείγουσα ορθοπαιδική κατάσταση, κυρίως λόγω του κινδύνου αγγειακού τραυματισμού. Διαβάστε επίσης στο Iatromedia: «Εξάρθρημα γόνατος ή εξάρθρημα επιγονατίδας; Ποιες είναι οι διαφορές» Ποιες είναι οι συχνότερες αιτίες εξαρθρήματος γόνατος; Το εξάρθρημα γόνατος συνδέεται συχνά με την εφαρμογή μεγάλης δύναμης στην άρθρωση. Οι συνηθέστεροι μηχανισμοί περιλαμβάνουν: Τροχαία ατυχήματα με ισχυρή πρόσκρουση. Πτώσεις από ύψος. Σοβαρούς τραυματισμούς κατά τη διάρκεια αθλητικών δραστηριοτήτων. Απότομη υπερέκταση ή έντονη στροφική καταπόνηση του γόνατος. Ισχυρές άμεσες κακώσεις κατά τη σωματική δραστηριότητα. Ωστόσο, δεν απαιτείται πάντοτε τραυματισμός υψηλής ενέργειας. Σε άτομα με σοβαρή παχυσαρκία έχουν περιγραφεί εξαρθρήματα ακόμη και ύστερα από πτώσεις χαμηλής ενέργειας. Η βαρύτητα επομένως δεν καθορίζεται αποκλειστικά από τον μηχανισμό του ατυχήματος. Ποια είναι τα συμπτώματα του εξαρθρήματος γόνατος; Η κλινική εικόνα εξαρτάται από τη μετατόπιση της άρθρωσης και τις συνοδές κακώσεις. Τα σημαντικότερα συμπτώματα περιλαμβάνουν: Έντονο πόνο στο γόνατο, αμέσως μετά τον τραυματισμό. Παραμόρφωση της άρθρωσης, όταν τα οστά παραμένουν εκτός θέσης. Ταχεία εμφάνιση οιδήματος και πιθανή συγκέντρωση αίματος μέσα στην άρθρωση. Μεγάλη αστάθεια, με αίσθημα ότι το γόνατο δεν μπορεί να στηρίξει το σώμα. Περιορισμό της κίνησης και αδυναμία φυσιολογικής φόρτισης. Μούδιασμα ή μυϊκή αδυναμία στο πόδι, όταν συνυπάρχει νευρική βλάβη. Ιδιαίτερα ανησυχητικά είναι το κρύο ή ωχρό πόδι, η απώλεια αισθητικότητας και η σημαντική αδυναμία κίνησης των δακτύλων. Τα συμπτώματα αυτά μπορεί να υποδηλώνουν αγγειακή ή νευρική επιπλοκή και απαιτούν άμεση αντιμετώπιση. Γιατί το εξάρθρημα γόνατος μπορεί να είναι επικίνδυνο; Μία από τις σοβαρότερες επιπλοκές είναι ο τραυματισμός της ιγνυακής αρτηρίας, η οποία βρίσκεται πίσω από το γόνατο και συμβάλλει στην αιμάτωση του κάτω άκρου. Η αρτηρία μπορεί να υποστεί διάταση, βλάβη του εσωτερικού τοιχώματος ή πλήρη ρήξη, ανάλογα με τον μηχανισμό της κάκωσης. Η μειωμένη αιμάτωση μπορεί να προκαλέσει σοβαρή ισχαιμία και να θέσει σε κίνδυνο τη βιωσιμότητα του άκρου. Σημαντικό είναι ότι η παρουσία ψηλαφητού σφυγμού στο πόδι δεν αποκλείει πλήρως μια αγγειακή βλάβη. Για αυτό απαιτείται εξειδικευμένη εκτίμηση και, κατά περίπτωση, επαναλαμβανόμενος αγγειακός έλεγχος. Επιπλέον, μπορεί να τραυματιστεί το κοινό περονιαίο νεύρο, προκαλώντας διαταραχές αισθητικότητας ή αδυναμία ανύψωσης του άκρου ποδός. Τι πρέπει να κάνετε αμέσως μετά τον τραυματισμό; Εάν υπάρχει υποψία εξαρθρήματος γόνατος, προτεραιότητα αποτελεί η ακινητοποίηση του άκρου και η άμεση αναζήτηση επείγουσας ιατρικής βοήθειας. Δεν πρέπει να επιχειρήσετε να επαναφέρετε μόνοι σας την άρθρωση στη θέση της, καθώς υπάρχει κίνδυνος επιδείνωσης αγγειακής ή νευρικής βλάβης. Μέχρι να φτάσει η βοήθεια: Αποφύγετε τη φόρτιση και τις περιττές κινήσεις του τραυματισμένου ποδιού. Διατηρήστε το άκρο όσο γίνεται σταθερό, χωρίς βίαιη προσπάθεια ευθυγράμμισης. Μην επιχειρείτε διατάσεις, μαλάξεις ή χειρισμούς ανάταξης. Καλέστε το 112 ή το 166 για σοβαρό τραυματισμό ή ύποπτη αγγειακή επιπλοκή. Ακόμη και όταν το γόνατο έχει επανέλθει αυτόματα στη θέση του, η επείγουσα αξιολόγηση παραμένει απαραίτητη. Διαβάστε επίσης στο Targeted.gr: «Πρώτες βοήθειες μετά από εξάρθρημα γόνατος: Τι να κάνετε και τι να αποφύγετε» Πώς γίνεται η διάγνωση του εξαρθρήματος γόνατος; Η διάγνωση βασίζεται στο ιστορικό, στην κλινική εξέταση και στις κατάλληλες απεικονιστικές εξετάσεις. Ο ορθοπεδικός αξιολογεί τη θέση της άρθρωσης, το οίδημα, τον πόνο και την πιθανή αστάθεια. Παράλληλα, ελέγχει την κινητικότητα και την αισθητικότητα του ποδιού. Η νευροαγγειακή εξέταση αποτελεί βασική προτεραιότητα. Περιλαμβάνει τον έλεγχο των περιφερικών σφύξεων, της θερμοκρασίας, του χρώματος του δέρματος και της λειτουργίας των νεύρων. Οι ακτινογραφίες μπορούν να αναδείξουν την παθολογική θέση της άρθρωσης και πιθανά συνοδά κατάγματα. Σε περιπτώσεις όπου το γόνατο έχει επανέλθει αυτόματα, οι ακτινογραφίες μπορεί να μην εμφανίζουν πλέον την αρχική μετατόπιση. Επομένως, ένα φαινομενικά φυσιολογικό ακτινολογικό αποτέλεσμα δεν αποκλείει προηγηθέν εξάρθρημα. Για μια ευρύτερη εικόνα των ενδείξεων που απαιτούν εξειδικευμένη εξέταση, δείτε επίσης τον οδηγό «Ορθοπαιδικός Χειρουργός: Όσα θέλουν να μάθουν οι ασθενείς» του HealthyLab. Πότε χρειάζεται αγγειογραφία ή μαγνητική τομογραφία; Η διερεύνηση πιθανής αγγειακής κάκωσης μπορεί να περιλαμβάνει τη μέτρηση του σφυροβραχιόνιου δείκτη (ABI), δηλαδή τη σύγκριση της αρτηριακής πίεσης στον αστράγαλο και στον βραχίονα. Τιμή ABI μικρότερη από 0,9 ή ύποπτα αγγειακά ευρήματα οδηγούν συνήθως σε περαιτέρω διερεύνηση, συχνά με αξονική αγγειογραφία. Ακόμη και όταν ο αρχικός αγγειακός έλεγχος είναι καθησυχαστικός, μπορεί να απαιτείται στενή κλινική παρακολούθηση με επαναλαμβανόμενους νευροαγγειακούς ελέγχους. Η μαγνητική τομογραφία (MRI) χρησιμοποιείται για τη λεπτομερή αξιολόγηση των χιαστών, των πλαγίων συνδέσμων, των μηνίσκων και άλλων μαλακών μορίων. Η προτεραιότητα, ωστόσο, είναι να αποκλειστούν άμεσα οι επικίνδυνες αγγειακές επιπλοκές. Πώς αντιμετωπίζεται το εξάρθρημα γόνατος; Η αρχική αντιμετώπιση καθορίζεται