Οι ορθοπαιδικές παθήσεις αποτελούν μία από τις συχνότερες αιτίες πόνου και λειτουργικού περιορισμού στον γενικό πληθυσμό. Αφορούν το σύνολο του μυοσκελετικού συστήματος — οστά, αρθρώσεις, μύες, τένοντες και συνδέσμους — και μπορούν να εμφανιστούν σε οποιαδήποτε ηλικία.
Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται αυξημένη επίπτωση σε νεότερες ηλικιακές ομάδες. Η καθιστική εργασία, η παρατεταμένη χρήση ηλεκτρονικών συσκευών, η μειωμένη φυσική δραστηριότητα αλλά και η λανθασμένη άσκηση συμβάλλουν στην εμφάνιση μυοσκελετικών προβλημάτων νωρίτερα από ό,τι στο παρελθόν.
Ο πόνος συχνά υποτιμάται και αντιμετωπίζεται ως παροδικό σύμπτωμα. Ωστόσο, σε αρκετές περιπτώσεις αποτελεί την πρώτη εκδήλωση υποκείμενης παθολογίας, η οποία χωρίς έγκαιρη αξιολόγηση μπορεί να εξελιχθεί σε χρόνια δυσλειτουργία, εκφυλισμό άρθρωσης ή μόνιμο περιορισμό της κινητικότητας.
Δείτε επίσης: Διατροφή και αρθρώσεις: τροφές που βοηθούν και τι να αποφεύγεις
Τενοντίτιδα
Η τενοντίτιδα αποτελεί συχνή πάθηση του μυοσκελετικού συστήματος και χαρακτηρίζεται από φλεγμονή ή εκφυλιστικές αλλοιώσεις ενός τένοντα. Οι τένοντες δέχονται καθημερινά μηχανικά φορτία και όταν η καταπόνηση υπερβαίνει την αντοχή τους, εμφανίζεται μικροτραυματισμός και τοπική αντίδραση των ιστών.
Η πάθηση εντοπίζεται κυρίως στον ώμο, τον αγκώνα, τον καρπό, το γόνατο και την πτέρνα. Ο πόνος σχετίζεται με την κίνηση της αντίστοιχης άρθρωσης και συνήθως συνοδεύεται από ευαισθησία κατά την ψηλάφηση και ήπιο οίδημα. Σε αρχικό στάδιο εμφανίζεται μόνο μετά από δραστηριότητα, ενώ σε πιο προχωρημένες μορφές μπορεί να παρουσιαστεί και σε ηρεμία.
Η τενοντίτιδα σχετίζεται με επαναλαμβανόμενες κινήσεις, κακή εργονομία, αθλητικές δραστηριότητες χωρίς προσαρμογή έντασης, καθώς και με τη φυσιολογική μείωση της ελαστικότητας των τενόντων με την ηλικία. Χωρίς κατάλληλη αντιμετώπιση μπορεί να εξελιχθεί σε χρόνια τενοντοπάθεια ή να οδηγήσει σε μερική ρήξη του τένοντα.
Άκανθα πτέρνας (Πελματιαία απονευρωσίτιδα)
Η άκανθα πτέρνας αποτελεί μία από τις συχνότερες αιτίες πόνου στο πέλμα και σχετίζεται με φλεγμονή της πελματιαίας απονεύρωσης, του ινώδους ιστού που στηρίζει την ποδική καμάρα. Η χρόνια μηχανική καταπόνηση στο σημείο πρόσφυσης της στην πτέρνα οδηγεί σε μικροτραυματισμούς και σταδιακά σε δημιουργία οστικής προεξοχής.
Ο πόνος εντοπίζεται στην κάτω επιφάνεια της πτέρνας και εμφανίζεται χαρακτηριστικά στα πρώτα βήματα μετά την έγερση από το κρεβάτι ή μετά από παρατεταμένη καθιστική θέση. Κατά τη διάρκεια της ημέρας μπορεί να μειώνεται, επανεμφανίζεται όμως μετά από πολύωρη ορθοστασία ή βάδιση. Σε προχωρημένα στάδια γίνεται συνεχής και περιορίζει τη φόρτιση του ποδιού.
Η πάθηση εμφανίζεται συχνότερα σε άτομα με πολύωρη ορθοστασία, αυξημένο σωματικό βάρος, έντονη βάδιση ή τρέξιμο, καθώς και σε περιπτώσεις πλατυποδίας ή κοιλοποδίας. Η έλλειψη απορρόφησης κραδασμών και η ακατάλληλη υπόδηση επιβαρύνουν σημαντικά την περιοχή.
Η παρατεταμένη φλεγμονή μπορεί να οδηγήσει σε χρόνιο άλγος και αλλαγή στον τρόπο βάδισης, προκαλώντας δευτερογενή προβλήματα στο γόνατο ή στο ισχίο.
Σύνδρομο καρπιαίου σωλήνα
Το σύνδρομο καρπιαίου σωλήνα είναι νευροπάθεια από πίεση του μέσου νεύρου στον καρπό. Ο καρπιαίος σωλήνας αποτελεί ένα στενό ανατομικό κανάλι από το οποίο διέρχονται τένοντες και το νεύρο. Όταν αυξηθεί η πίεση στην περιοχή, διαταράσσεται η φυσιολογική λειτουργία του νεύρου.
Το κύριο σύμπτωμα είναι το μούδιασμα στα δάκτυλα, κυρίως στον αντίχειρα, τον δείκτη και τον μέσο. Συχνά εμφανίζεται κατά τη νύχτα και μπορεί να συνοδεύεται από αίσθημα καύσου ή ηλεκτρικού ρεύματος. Με την εξέλιξη της πάθησης παρουσιάζεται αδυναμία σύλληψης αντικειμένων και μείωση της δύναμης του χεριού.
Η πάθηση σχετίζεται με επαναλαμβανόμενες κινήσεις καρπού, παρατεταμένη χρήση πληκτρολογίου, χειρωνακτική εργασία και ορισμένες μεταβολικές καταστάσεις όπως ο σακχαρώδης διαβήτης ή οι ορμονικές μεταβολές. Παρατηρείται συχνότερα σε γυναίκες μέσης ηλικίας.
Η παρατεταμένη πίεση του νεύρου μπορεί να οδηγήσει σε μόνιμη αισθητική διαταραχή και μυϊκή ατροφία στον αντίχειρα, εάν δεν αντιμετωπιστεί εγκαίρως.
Κήλη μεσοσπονδύλιου δίσκου
Η κήλη μεσοσπονδύλιου δίσκου προκύπτει όταν τμήμα του δίσκου που βρίσκεται ανάμεσα στους σπονδύλους μετατοπίζεται και πιέζει γειτονικές νευρικές ρίζες. Ο δίσκος λειτουργεί ως αποσβεστήρας κραδασμών στη σπονδυλική στήλη και η φθορά ή η απότομη καταπόνηση μπορεί να προκαλέσει ρήξη του ινώδους περιβλήματός του.
Η πάθηση εμφανίζεται συχνότερα στην οσφυϊκή και την αυχενική μοίρα. Ο πόνος δεν περιορίζεται μόνο τοπικά αλλά συχνά αντανακλά στο άκρο που νευρώνεται από το πιεζόμενο νεύρο. Στην οσφυϊκή περιοχή προκαλεί ισχιαλγία με πόνο στο πόδι, ενώ στην αυχενική μπορεί να προκαλέσει πόνο και αιμωδίες στο άνω άκρο.
Συνοδά συμπτώματα περιλαμβάνουν μούδιασμα, μυϊκή αδυναμία και αίσθημα καύσου κατά μήκος της νευρικής κατανομής. Σε προχωρημένες περιπτώσεις μπορεί να εμφανιστεί σημαντικός περιορισμός της κινητικότητας.
Η εκφυλιστική φθορά των δίσκων με την ηλικία, η άρση βάρους με λανθασμένο τρόπο και η παρατεταμένη καθιστική στάση αποτελούν βασικούς επιβαρυντικούς παράγοντες. Σε σοβαρές περιπτώσεις η πίεση των νεύρων μπορεί να οδηγήσει σε μόνιμο νευρολογικό έλλειμμα.
Ρήξη μηνίσκου
Η ρήξη μηνίσκου αποτελεί συχνό τραυματισμό του γόνατος και αφορά τη βλάβη του ινοχόνδρινου ιστού που λειτουργεί ως απορροφητής φορτίων μεταξύ μηριαίου οστού και κνήμης. Οι μηνίσκοι συμβάλλουν στη σταθερότητα και την ομαλή κίνηση της άρθρωσης, ενώ προστατεύουν τον αρθρικό χόνδρο από φθορά.
Η βλάβη μπορεί να προκληθεί είτε από απότομη στροφή του γόνατος υπό φόρτιση είτε από σταδιακή εκφύλιση με την ηλικία. Ο πόνος εντοπίζεται συνήθως στην έσω ή έξω πλευρά του γόνατος και συνοδεύεται από οίδημα και δυσκαμψία. Συχνό εύρημα αποτελεί το αίσθημα «μπλοκαρίσματος» ή αστάθειας κατά τη βάδιση.
Σε ορισμένες περιπτώσεις εμφανίζεται δυσκολία πλήρους έκτασης ή κάμψης του γόνατος, ενώ η καταπόνηση επιδεινώνει τα συμπτώματα. Οι εκφυλιστικές ρήξεις παρατηρούνται συχνότερα σε μεγαλύτερες ηλικίες, ενώ οι τραυματικές σε αθλητικές δραστηριότητες.
Η παραμονή της βλάβης χωρίς αντιμετώπιση μπορεί να επιταχύνει τη φθορά του αρθρικού χόνδρου και να οδηγήσει σε πρώιμη οστεοαρθρίτιδα της άρθρωσης.
Ρήξη πρόσθιου χιαστού συνδέσμου
Η ρήξη πρόσθιου χιαστού συνδέσμου αποτελεί σοβαρό τραυματισμό του γόνατος και αφορά τη βλάβη του βασικού σταθεροποιητικού συνδέσμου της άρθρωσης. Ο πρόσθιος χιαστός ελέγχει την πρόσθια μετατόπιση της κνήμης και συμβάλλει στη στροφική σταθερότητα κατά την κίνηση.
Ο τραυματισμός συμβαίνει συνήθως κατά απότομη αλλαγή κατεύθυνσης, προσγείωση μετά από άλμα ή στροφή του σώματος με το πέλμα σταθερό στο έδαφος. Συχνά αναφέρεται αίσθημα «κρακ» τη στιγμή της κάκωσης, ακολουθούμενο από έντονο πόνο και ταχεία εμφάνιση οιδήματος.
Μετά την οξεία φάση παρατηρείται αστάθεια στο γόνατο, ιδιαίτερα σε στροφικές κινήσεις ή βάδιση σε ανώμαλο έδαφος. Το άτομο δυσκολεύεται να επανέλθει σε αθλητική δραστηριότητα και συχνά αισθάνεται ότι το γόνατο «φεύγει».
Η χρόνια αστάθεια οδηγεί προοδευτικά σε δευτερογενείς βλάβες των μηνίσκων και του αρθρικού χόνδρου, αυξάνοντας τον κίνδυνο πρώιμης εκφυλιστικής αλλοίωσης της άρθρωσης.